Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Σωτήρης Λυμπερόπουλος, Ο άνθρωπος που γύρισε από τη γη

Αντιγράφο απο το http://www.antikleidi.com

"... Ο Σωτήρης Λυμπερόπουλος ή αλλιώς Radiki raches είναι η ζωντανή απόδειξη ότι όταν θέλεις να κάνεις κάτι, το μόνο που χρειάζεται είναι να το πιστέψεις και να το εμπιστευθείς. Τον ζηλεύω γιατί έχει βρει το νόημα της ζωής. Μετά από ένα καλοκαίρι γεμάτο σερφ και κύματα, το ανακάλυψε κάπου στην Κυπαρισσία, στη γη, από όπου εφοδιάζει με φρέσκα χόρτα και λαχανικά τα καλύτερα εστιατόρια της Αθήνας. Μια ιδέα απλή, νόστιμη και υποσχόμενη. Από έναν άνθρωπο που μετράει 32 χρόνια… μέλλον.

-Μπορείς να μου πεις τι κάνεις ακριβώς;
Κατ’ αρχάς ζω. Έχω σχεδιάσει μια ζωή όπως τη θέλω. Ήμουν στην Αθήνα μέσα στα τσιμέντα και είπα κάποια στιγμή, πριν από δύο χρόνια, «κάτι δεν πάει καλά. Δεν μπορεί η ζωή μου να είναι έτσι».
-Πού έμενες στην Αθήνα;
Ζούσαμε στην Κάντζα, δεν ήταν μέσα στο κέντρο, αλλά ήταν μια ζωή αστική. Λέω κάποια στιγμή στον εαυτό μου «πρέπει να φύγω» και δεν το σκέφτηκα πολύ. Πήρα τα σέρφινγκ μου, τα φόρτωσα στο αμάξι και έφυγα. Ζήτησα από τον αδερφό μου να μου δανείσει το αμάξι του -εκείνος πήρε τη μηχανή μου- και έκανα windsurfing ένα καλοκαίρι, ζούσα σε σκηνή στην παραλία, στη Σητεία και στην Πήλο. Μετά κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να γυρίσω στην Αθήνα. Δεν είχα αποφασίσει εξάλλου τι ήθελα να κάνω. Πήγα στο χωριό μου, όπου είχα δικό μου σπίτι, στην Κυπαρισσία, στις Ράχες Μεσσηνίας. Πήρα ένα τσουβάλι στάρι κι ένα μύλο, έφτιαχνα ψωμί, λάδι είχα και έχω δικό μου, μάζευα χόρτα, έψαχνα τυριά μυστήρια και κάποια στιγμή είπα: «ωραία, αυτή τη δουλειά θα κάνω, μου αρέσει».
Όταν ανακοίνωσα στον πατέρα μου τι θα κάνω για να ζήσω, τον έπιασε ανησυχία. Σου λέει, «αυτός είναι οικονομολόγος, έχει σπουδάσει logistics στην Αγγλία, οικονομετρία, τα παρατάει όλα, έχουμε δικιά μας δουλειά εδώ και φεύγει στο χωριό; Πώς θα ζήσει;» Μου είπε ότι είχα το μυαλό μου πάνω από το κεφάλι μου. Αλλά έτσι είναι ο πατέρας μου. Θα σου πει τη γνώμη του, ότι αυτό που κάνεις είναι βλακεία, αλλά μετά θα σε στηρίξει.
Πήρα λοιπόν μια τσάντα χόρτα και είπα «ποια εστιατόρια μου αρέσουν στην Αθήνα, εκείνα που γούσταρα, που έτρωγα». Χτύπησα κάποιες πόρτες στην αρχή, έφαγα πολλά Χ, μου έλεγαν «τι θέλεις τώρα, ρε φίλε, μας πουλάς χόρτα για μεταξωτές κορδέλες;» Έτσι ξεκίνησα, ήμουν ο άνθρωπος… χόρτα. Είχα πλουτίσει λίγο τη γνώση μου, ήξερα να μαζεύω χόρτα πια, πήγα στη Γεωπονική Βιβλιοθήκη και με το βιβλιαράκι έβγαινα έξω, έβλεπα τι μαζεύουν οι γριές, είχα αποκτήσει μια ιδέα και είπα «εντάξει, αυτό θα το πουλήσω, πάμε». Στην αρχή με είχαν για τρελό. Αλλά, χτύπησα την πόρτα του εστιατορίου Μilos, τακ τακ. Με είδαν και μου είπαν, «ρε φίλε, αυτό ψάχνουμε εμείς, έναν τύπο που να μαζεύει τέτοια πράγματα. Κανένα θέμα με το κόστος, απλά θέλουμε το καλύτερο, να βάζεις μια τσάντα χόρτα και να τα τρώει ο πελάτης ολόφρεσκα. Πάμε ξεκινάμε, βγάλε χαρτιά από την εφορία». Ήταν εύκολο να κάνεις κάτι τέτοιο πριν δύο χρόνια. Τώρα δεν γίνεται. Πώς να ξεκινήσει μια επιχείρηση ένας νέος άνθρωπος, όταν έρχεται το κράτος και του λέει, από το πρώτο ευρώ που θα βγάζεις 30% εφορία και 65% προκαταβολή φόρου; Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στη δικιά μου κατηγορία, που δεν πουλάνε ούτε καρφίτσα χωρίς τιμολόγιο. Όλα τα εισοδήματά μου είναι νόμιμα. Πληρώνω ΦΠΑ, δεν κλέβω, δεν βγάζω 100 χιλιάρικα και δηλώνω τα 10. Πρέπει να τα κάνεις όλα νόμιμα, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις έτσι. Όταν βγάζεις 10 χιλιάρικα και σου λέει η κυβέρνηση «δώσε μου τα πέντε» και το ΤΕΒΕ τα άλλα τρισήμιση, τι σημαίνει; Ότι σκίζεσαι για να ζήσεις με ενάμιση χιλιάρικο το χρόνο; Εγώ ζω, είμαι Ταλιμπάν. Αλλά μην τρελαθούμε κιόλας.
-Αυτά να πας να τα πεις στην Τρόικα…
Όχι μωρέ, ποιος τη χέζει την Τρόικα; Δεν θα τους αφήσουμε όμως εμείς, η νέα γενιά. Θα δουλέψουμε σκληρά, σαν ζώα. Πώς δουλεύαν οι γονείς μας; Ο πατέρας μου ήρθε στην Αθήνα με ένα εικοσάρικο στην τσέπη, έμενε σε ένα υπόγειο, πολλές φορές του έκοβαν το ρεύμα γιατί δεν είχε να το πληρώσει. Τώρα έχει μια επιχείρηση, ένα σπίτι, τα κατάφερε χωρίς τίποτα. Και δεν θα τα καταφέρω εγώ που ξεκινάω με προδιαγραφές; Όποια δυσκολία και να έχεις, αν θέλεις να κάνεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου, θα γίνει.
-Εντάξει, με έπεισες. Πάμε πίσω, όταν ξεκινούσες.
Που λες, σκάει το Μilos και μου λέει, πάμε. Βγάζω χαρτιά και ξεκινάω. Επειδή είναι ένα εστιατόριο εκτός ορίων ελληνικής πραγματικότητας, ασχολούνται και διυλίζουν την πρώτη ύλη εις βάθος. Δεν είναι μόνο ότι αγοράζαν το προϊόν μου, με εκπαίδευσαν επίσης στο πώς πρέπει να σκέφτομαι σε ένα τέτοιο concept. Έτσι, όταν ξεκίνησα να φυτεύω, δεν φύτεψα ένα καρότο για να πάρω μια απόδοση. Στόχος μου ήταν να φυτέψω ένα νόστιμο καρότο. Αν και στην αρχή είχα κόλλημα με τα βιολογικά. Μετά το ξεπέρασα. Σκέφτηκα ότι το εστιατόριο θέλει κάτι νόστιμο. Αλλά τι νιώθει κάποιος που πάει σε ένα εστιατόριο; Είναι ξενέρωτα. Καλύτερα περνάς σε μια ταβέρνα, γιατί εκεί βγάζεις την καρδιά σου έξω. Οι άνθρωποι τρώνε και σπίτι τους. Δεν βγαίνουν έξω για να φάνε. Θέλουν να ξεδώσουν. Ο άλλος τρώει πακέτο στη ζωή του, θέλει να βγει ένα βράδυ, να περάσει καλά. Να γελάσει.
Τέλος πάντων, όταν ξεκίνησα, σκέφτηκα, πού είναι ο ναός της γαστρονομίας; Γαλλία! Πήρα την τσαντούλα μου με τα χορταράκια, όπως πήγα στο Μilos. Tηλέφωνο: Σε Ducasse, Alleno, Pascal Barbot, Guy Savoy, Alain Passard, τηλεφώνησα σε όλους!
-Σου απάντησαν οι ίδιοι;
Μίλησα με πολλούς από αυτούς. Με τον Pascal μιλούσαμε μαζί. Με τον Alleno με τη γραμματέα του. Αν θέλεις λοιπόν να κάνεις μια δουλειά, πρέπει να μάθεις πώς σκέφτονται οι κορυφαίοι. Θα σου πω δύο παραδείγματα.
Alleno: «Γουστάρω τρελά αυτό που κάνεις. Η γαστρονομία χρειάζεται ανθρώπους σαν και σένα, στη χώρα σου. Εγώ όμως στη Γαλλία, από τη θέση στην οποία βρίσκομαι, οφείλω να υπηρετήσω τη γαλλική γαστρονομία. Αν ήσουν Γάλλος, θα κάναμε μπίζνα πολύ καλή. Αλλά εγώ, δεν μου το είπε ακριβώς έτσι, θα παραφράσω, αν μπορώ να αγοράσω ένα τέλειο ελληνικό παστό και ένα φουαγκρά, πρέπει να αγοράσω το φουαγκρά, για να στηρίξω τη χώρα μου».
Μετά, δες τι έχουν στα ψυγεία τους. Αν δεις το ψυγείο του Pascal Barbot, θα σου φύγει το κεφάλι. Τα πράγματα που έχει μέσα είναι πεντανόστιμα, ολόφρεσκα. Ο τύπος ξεκινάει κάθε μέρα πέντε το πρωί. Το κάνει, δεν το λέει. Εδώ το λένε, αλλά το κάνουν δύο. Όλοι οι άλλοι παίρνουν τον μανάβη. Εκείνος πάει το πρωί στην αγορά και ψωνίζει και κοιτάει τα καρότα ένα-ένα. Εδώ όταν κάνουν γαστρονομία, είναι με πράγματα από τη λαχαναγορά at the end of the day.
-Θα πεις ποιοι είναι αυτοί οι δύο;
Εντάξει, το λέω με αρκετή δόση υπερβολής. Αλλά είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Εγώ έχω δει δύο περιπτώσεις που ασχολούνται με αυτό τον τρόπο. Ένα είναι το Μilos. Μπορώ να σου εγγυηθώ ότι είναι το μοναδικό εστιατόριο που πληρώνει άνθρωπο για να είναι εκεί όλο το εικοσιτετράωρο. Έχει πάρει αμάξι αξίας 40 χιλιάδων ευρώ με ψυγείο. Και μου έχει πει, «Σωτήρη, αν υπάρχει κάτι καλό, πάρε τον Γιώργο τηλέφωνο». Κι εγώ αν κάποιο Σάββατο κατέβω από Ταΰγετο και έχω δύο κιλά χόρτα, θα του πω «μπορείς να πας με το μηχανάκι να τα πάρεις από τα ΚΤΕΛ; Ναι, ΟΚ». Κι έτσι πάει ο πελάτης και τρώει κάτι που έχει μαζευτεί το πρωί. Το άλλο εστιατόριο είναι το Base Grill.
-Το φρέσκο είναι πάντα νόστιμο;
Όχι πάντα. Πρέπει να ξέρεις από πού θα πάρεις το φρέσκο.
-Τελικά με τους Γάλλους πού οδηγήθηκες;
Είδα πώς είναι η κουλτούρα τους, πώς σκέφτονται. Και είπα, «αφού αυτό που κάνω έχει ενδιαφέρον μια αγορά σαν τη Γαλλία και το γουστάρουν, έχει μέλλον και στην Ελλάδα, άρα πρέπει να το αναπτύξω εδώ».
Συζητάμε δηλαδή για γαστρονομία στη Δανία; Με θερμοκρασίες μείον είκοσι, όταν η Ελλάδα έχει 3.500 είδη βιοποικιλότητας και η Δανία 800; Αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας Δανός που έχει κάνει μόδα σε όλο τον κόσμο το Noma και εμείς αγοράζουμε φουαγκρά…
-Μεταξύ μας, υπάρχει ο κόσμος της εικόνας που είναι συνδεδεμένος με τη μόδα.
Το Noma πουλάει αυτή τη στιγμή φυσική τροφή, λέγοντας ότι μαζεύουν άγρια πράγματα στη Δανία, μια χώρα με μείον είκοσι βαθμούς και εμείς εδώ αυτά τα έχουμε στην πόρτα μας. Στη Γαλλία οι σεφ δεν ήξεραν τίποτα από όσα τους έδειξα. Μου είπαν ότι δεν τα είχαν ξαναδεί. Υπάρχουν καυκαλήθρες στη Γαλλία; Έχουν κάποια άλλα πράγματα, αλλά στην Ελλάδα έχουμε απίστευτη βιοποικιλότητα, τρώγονται τρελά πράγματα. Όλες οι γεύσεις μπορούν να βρεθούν στη φύση. Ένας σεφ μου ζήτησε λουλούδια. Άνθη από δέντρα που τρώγονται. Όμως τώρα όλοι πληρώνουν για να βάλουν φύτρες στη σαλάτα. Το κεσεδάκι κάνει δύο ευρώ και αν του πεις να πληρώσει ένα καρότο, δεν το κάνει. Πληρώνει τη φύτρα και δεν αγοράζει ένα καλό καρότο για το μαγαζί του.
-Περιμένεις κάτι από το κράτος στην προσπάθειά σου;
Δεν χρειαζόμαστε λεφτά από την πολιτεία για να κάνουμε δουλειές. Αυτή τη στιγμή το κράτος μας θεωρεί ανθρώπους Β’ κατηγορίας. Το Σύνταγμα λέει ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. Εμείς τι σκατά πολίτες είμαστε που δεν έχουμε αφορολόγητο; Δεν καταλαβαίνω γιατί ο μισθωτός, που παίρνει 30 χιλιάρικα να έχει αφορολόγητο και εγώ που βγάζω 10 να μην έχω; Ειδικά στην αρχή, που όταν ξεκινάω μια επιχείρηση, δεν θα κερδίσω, μάλλον θα χάσω.
-Γιατί οι νέοι επιχειρηματίες δεν κάνετε ένα συνασπισμό να πιέσετε την κατάσταση;
Πώς να πιέσεις το σύστημα δηλαδή;
-Είσαι μικρότερός μου και αν σου πω εγώ, θα είναι σαν να σε καπελώνω.
Όχι να μου πεις. Γουστάρω να μάθω.
-Το πρώτο που θα έκανα, θα ήταν να βρεθώ με νέους επιχειρηματίες. Το δεύτερο, να δικτυωθούμε στο εξωτερικό. Να περιγράψουμε το αίτημα και το όραμα ότι θέλουμε να φτιάξουμε μια άλλη κατάσταση στη χώρα, πιο δίκαιη, πιο δημιουργική, πιο λειτουργική. Αυτό πρέπει να το πούμε μέσα και έξω. Στο Ίντερνετ, στο Facebook, στα συνέδρια, στο δρόμο: θα κάνουμε επανάσταση.
Πρακτικά, πώς μπορώ να πιέσω μια πολιτική σκηνή, η οποία έχει διαφορετικά συμφέροντα από μένα; Η Βουλή έχει διαφορετικά συμφέροντα από τα δικά μου.
-Δεν νομίζω ότι η Βουλή είναι ο μόνος δρόμος.
Ακριβώς. Αυτοί όμως ψηφίζουν τους νόμους. Άρα, τι μπορώ να κάνω εγώ για να μην περνάνε αυτοί οι νόμοι; Δεν θέλω βοήθεια, επιδοτήσεις. Μπορεί να μην μπαίνουν εμπόδιο στο δρόμο μου; Μπορεί να γίνουν πιο ανοιχτοί; Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Ήθελα να κάνω μια φάρμα με ένα φίλο μου, στην περιοχή μου, που είναι κτηνοτρόφος. Στη Γαλλία έχουν προδιαγραφές για κάποια πράγματα. Σου λέει, μπορείς να κάνεις απαστερίωτο τυρί, αλλά θα περάσεις αυτούς και αυτούς τους ελέγχους. Ας πούμε σε κάποιες φάρμες τα ζώα βόσκουν και σφάζονται στο χώρο τους. Πήγα στο υγειονομικό στην Ελλάδα και μόλις τους το είπα μου απάντησαν: «Τι λέτε κύριε, είστε τρελός; Θα σφάξετε ζώα στο χώρο σας;» Αλλά όταν σφάξω τα ζώα μου, για να πουλήσω κρέας, δεν θέλω να οξειδώνονται, δεν θέλω να πηγαίνουν στο σφαγείο. Όταν ένα ζώο αντιλαμβάνεται ότι θα πεθάνει, όταν το παίρνεις από το χώρο του και το μεταφέρεις σε ένα σφαγείο, σκέψου τι άγχος και στρες εκκρίνει. Είναι σαν να σε παίρνουν από το σπίτι σου ξαφνικά και να σε μεταφέρουν στην Κίνα. Το ζώο βγαίνει εκτός χώρου και στρεσάρεται, οπότε εκκρίνει όλες αυτές τις τοξίνες, που βλάπτουν τον οργανισμό και έχουν και τεράστια επίπτωση στην ποιότητα.
Το υγειονομικό, που λες, με αντιμετώπισε σαν τρελό. Τους είπα, αν θέλει κάποιος να απευθυνθεί σε μια upmarket αγορά που ζητάει το ποιοτικό, το σούπερ…
-Έτσι του είπες του υπαλλήλου εκεί, του μίλησες για upmarket;
Ναι, έτσι του είπα. Και πρόσθεσα, ας έρθει το κράτος και ας μου πει: «Κύριε Λυμπερόπουλε, για να σφάξετε τα ζώα στο χώρο σας, θα μας πληρώσετε 50 ευρώ για κάθε ώρα που θα είναι ο γιατρός εκεί. Θα τα σφάξετε παρουσία γιατρού και θα γίνει υγειονομικός έλεγχος σε κάθε ζώο πριν τη σφαγή και μετά». Κανένα πρόβλημα! Όμως στην Ελλάδα υπάρχει μια μέση οδός. Όποιος βγει από την πεπατημένη, θεωρείται τρελός. Γιατί να ακολουθούμε έναν κώδικα τροφίμων που είναι Αμερικανικού τύπου και όχι το Γαλλικό που είναι τελείως ανοιχτός;
-Κρέας τρως;
Δεν τρώω, αλλά όχι από κάποια πεποίθηση, απλώς δεν μου πάει. Δοκίμασα να ζήσω κάποιο καιρό χωρίς κρέας και μου άρεσε. Ωστόσο δεν πιστεύω ότι η χορτοφαγία είναι η λύση για την ανθρωπότητα. Άλλωστε στη φύση το ψάρι τρώει το άλλο ψάρι, ο λύκος τρώει το ελάφι. Αν κάτι δεν μου πάει εμένα, δεν σημαίνει ότι είναι συμπαντική αλήθεια, δηλαδή ξαφνικά όλοι να γίνουν χορτοφάγοι, γιατί ο Σωτήρης δεν τρώει κρέας. Οι χορτοφάγοι πιστεύουν ότι, επειδή αυτοί δεν τρώνε κρέας, όλοι οι άλλοι είναι ηλίθιοι, είναι κατώτεροι, γιατί σκοτώνουν ζώα και δεν μου αρέσει αυτό.
-Ποια είναι η σχέση σου με το χρήμα;
Πολύ καλή, γιατί δεν χαλάω λεφτά (γέλια). Όταν έφυγα από εδώ, σκέφτηκα ότι πρέπει να φτιάξω μια ζωή που να μην χαλάω λεφτά. Όταν δεν χαλάς λεφτά, είσαι ελεύθερος. Εγώ ξεκίνησα τη ζωή μου οικονομολόγος. Σκεφτόμουν πώς θα αγοράσω ρούχα, αυτοκίνητο, σπίτι. Μαλακίες! Μετά είδα ότι δεν χρειάζεται τίποτα. Μπορώ να ζήσω και με ένα t-shirt. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεσαι πώς θα αγοράσεις Armani. Εκεί λοιπόν που ήθελα 1.500 ευρώ για να ζήσω, ξαφνικά χρειαζόμουν 700. Στο χωριό, το κοινό ταμείο με τη γυναίκα μου είναι 300 ευρώ. Μπορώ να στο κοστολογήσω κιόλας. Είναι 20 Νοεμβρίου και έχουμε χαλάσει τα 70. Δεν πληρώνουμε ενοίκιο, έχουμε φθηνό ρεύμα, δεν χαλάμε πάνω από ένα ντεπόζιτο βενζίνη, φαγητό δεν αγοράζουμε -καλλιεργώ τα πάντα- και για σούπερ μάρκετ χαλάμε 30 ευρώ το μήνα.
Οι Σπαρτιάτες, όταν πήγαιναν στον πόλεμο, είχαν μια ελαφριά ασπίδα και έπαιρναν τα λιγότερα περιττά πράγματα μαζί τους, κουβαλούσαν τη λιγότερη δυνατή τροφή. Θυμάσαι τι πολεμιστές ήταν. Έτσι πρέπει να είναι και ένας επιχειρηματίας. Αν πρέπει να συντηρεί Μercedes, το μανικιούρ της γυναίκας του, Louis Vuitton, σπίτι στην Εκάλη, δεν μπορεί να ζήσει έτσι.
-Μέχρι πρόσφατα άλλη ήταν η κυρίαρχη άποψη…
Μπορείς να έχεις λεφτά και να περάσεις καλά, αλλά χρειάζεται και σεβασμός. Το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που έχουν λεφτά αλλά αυτοί που δεν έχουν. Πώς γίνεται και έχουν όλοι αυτοκίνητα, ας πούμε; Οι άνθρωποι έχουν παρανοήσει μερικά πράγματα.
-Περίμενε όμως. Γιατί να κατηγορούμε τους ανθρώπους και όχι τις τράπεζες που έδιναν δανεικά αφειδώς σε ιδιώτες και σε επιχειρήσεις; Γιατί εγώ, η Ήρα, που δεν γνωρίζω οικονομικά, να αρνηθώ ένα δάνειο για διακοπές που θα το πληρώσω σε δέκα χρόνια;
Η τράπεζα έχει το 30% της ευθύνης. Εσύ έχεις το 70%.
-Μήπως δεν είναι θέμα προσωπικότητας και ανθρώπου αλλά οικονομικού συστήματος, που για να αναπαραχθεί πρέπει να λειτουργήσει μέσω των δανείων; Τουλάχιστον μέχρι πρότινος.
Ναι, η τράπεζα αυτή τη δουλειά κάνει. Πουλάει δάνεια.
-Ναι, αλλά δεν είναι μόνο η τράπεζα, όλη η οικονομική πολιτική της Ελλάδας βασίστηκε στα δάνεια. Γι’ αυτό δεν χρεωθήκαμε μέχρι το κόκαλο;
Μας δουλεύουν ψιλό γαζί. Τα λεφτά που χρωστάει η χώρα, τα 200 δις, σύμφωνα με τα παγκόσμια κεφαλαιακά δεδομένα, είναι τρίχες. Είναι τίποτα!
-Το χρέος είναι δηλαδή ένα παραμύθι;
Μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο του Joseph Stiglitz Globalization and its Discontents. Ήταν πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας και κάτοχος του βραβείου Νόμπελ. Αυτός ισχυρίζεται ότι το ΔΝΤ είναι ένα άχρηστο πράγμα, που κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά. Διεισδύει στις χώρες και τις ανοίγει για να κάνει δουλειές.
Πέρα από το ΔΝΤ όμως, οι άνθρωποι έχουν την τάση να ψάχνουν το πρόβλημα έξω από αυτούς. Προσωπικά, όταν κάνω ένα λάθος, δεν ψάχνω να βρω ποιος φταίει. Για παράδειγμα, έχω ένα συνεργάτη που κάνει ένα λάθος. Δεν φταίει αυτός, αλλά εγώ που τον διάλεξα ή που δεν τον εκπαίδευσα καλά. Ψάχνω δηλαδή την απάντηση στον εαυτό μου.
-Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στην καθημερινή σου ζωή που είναι λιτή και στη δουλειά σου που απευθύνεται σε μια πλούσια αγορά. Τι λες;
Δεν αγοράζουν τα πράγματά μου μόνο το Μylos και η Μεγάλη Βρετανία, αλλά και μαγειρεία. Εγώ πάντως δουλεύω με ανθρώπους. Στην πραγματικότητα δεν συνεργάζομαι με εταιρείες. Πάω σε μεγάλα ξενοδοχεία και κρίνω τους ανθρώπους που πουλάω. Δεν χτυπάω την πόρτα της Μεγάλης Βρετανίας, επειδή είναι η Μεγάλη Βρετανία, αλλά επειδή μου αρέσουν οι άνθρωποι.
-Και τι σου αρέσει στους ανθρώπους που επιλέγεις να συνεργάζεσαι;
Να είναι χαμογελαστοί, να είναι ανοιχτοί σε αυτά που τους λέω. Σέβομαι το ίδιο αυτόν που θα μου αγοράσει 3 ευρώ και εκείνον που θα μου αγοράσει 3.000 ευρώ. Επίσης όταν πάω σε ένα εστιατόριο, πάντα μιλάω με τον σεφ, είναι κανόνας στην δουλειά μου. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πει ένα γραφείο αγορών. Ο σεφ είναι ο άρχοντας της κουζίνας.
Γενικά, η υπηρεσία μου είναι ακριβή, γιατί οι άνθρωποι έχουν υποτιμήσει το ρόλο του φαγητού. Δεν είναι κάτι εξωφρενικό αυτό που πουλάω, έτσι που να μην μπορεί να το αγοράσει ένας μέσος άνθρωπος. Στην πραγματικότητα πουλάω υπηρεσία, όχι μεμονωμένα προϊόντα. Μου αρέσει να πηγαίνω στην κουζίνα ενός εστιατορίου και να μιλάω με τον σεφ, όπως είπα. Θέλω να βλέπω τα μενού των εστιατορίων και να προτείνω κάτι ανάλογο με αυτό που τους ταιριάζει.
Δυστυχώς το φαγητό είναι πολύ υποτιμημένο στην Ελλάδα. Πας σε ένα εστιατόριο και βλέπεις ακριβά ποτήρια και πιάτα, καρέκλες που κάνουν 300 ευρώ η μια, βλέπεις με άλλα λόγια ότι έχουν πέσει λεφτά για την διακόσμηση.
Αλλά, την ίδια στιγμή πουλάς μια σαλάτα 15 ευρώ και έρχεσαι και μου λες, «γιατί να αγοράσω χόρτα από σένα με 6 ευρώ το κιλό και όχι σπαρτά χόρτα με 1,5 ευρώ;» Βέβαια έχεις χαλάσει χιλιάδες ευρώ σε ανούσια πράγματα αντί να ξοδεύεις για το ουσιαστικό, που είναι το φαγητό σου.
Την εμμονή με την ποιότητα στο φαγητό την είχα σαν εικόνα σπίτι μου. Είμαστε μια μέση οικογένεια και ποτέ δεν ξοδέψαμε για να αγοράσουμε ακριβά έπιπλα. Αλλά το Σάββατο, που τρώγαμε ψάρι, αγοράζαμε το καλύτερο. Οι άνθρωποι δεν έχουν αξιολογήσει πόσο σημαντικό πράγμα είναι αυτό που βάζεις μέσα σου, το φαγητό. Είναι η ζωή σου. Το ακριβό είναι φτηνό! Αν πάρεις κάτι φρέσκο, θα σου κρατήσει στο ψυγείο μια εβδομάδα, αν πάρεις κάτι που έχει αλλάξει εκατό χέρια, θα το πετάξεις σε δύο μέρες. Επίσης αγοράζεις τη σωστή ποσότητα; Έχεις παρατηρήσει στο σούπερ μάρκετ τι αγοράζουν οι άνθρωποι; Χρειάζεται να αγοράσεις κορν φλέικς ας πούμε; Τρώγανε τέτοια πράγματα παλιά στην Ελλάδα;
-Τώρα πας να τα βάλεις με το καταναλωτικό σύστημα!
Το σύστημα μπορεί να συνεχίσει να δουλεύει. Εμένα μου αρέσει ο καπιταλισμός, γιατί σου δίνει ελευθερία.
-Ακόμα κι όταν σου παίρνει το 50%;
Αυτό έχει να κάνει με το κράτος. Καπιταλισμός και κράτος είναι διαφορετικά πράγματα.
-Όμως ο καπιταλισμός έχει πονοκέφαλο τον τελευταίο καιρό. Το παραδέχεται και ο Stiglitz.
Έχει τεράστιο πονοκέφαλο, γιατί έχουν εμπλακεί τα κράτη. Αν άφηνες τα πράγματα να λειτουργήσουν πιο ελεύθερα, θα ήταν καλύτερα. Εγώ γουστάρω τον Keynes, πρεσβεύω την ισορροπία. Εκείνος είπε, «χρησιμοποίησε το κράτος σαν εργαλείο για να ισορροπήσει το σύστημα, σαν σταθεροποιητικό παράγοντα».
-Θα μπορούσες να λειτουργήσεις σε μια ανταλλακτική οικονομία;
Ναι, ωραία είναι. Μου αρέσει. Ανταλλάσσω πράγματα στο χωριό μου. Απλώς αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αστικό περιβάλλον. Οι άνθρωποι, όταν τα βάζουν με τους μεσάζοντες, δεν έχουν καταλάβει ότι η αφθονία και η συνέχεια αγαθών, οφείλεται σε αυτούς. Στη Λαχαναγορά, αυτή που τη βρίζουμε και λέμε ότι μας κλέβει γιατί πουλάει ακριβά, οφείλεται ότι έχεις λαχανικά όλο το χρόνο. Στη πόλη είσαι εξαρτημένος για το φαγητό σου και χρειάζεσαι κάποιους ανθρώπους να συντονίζουν την συνολική διαδικασία.
-Πόσες ώρες δουλεύεις την ημέρα;
Δεν έχω ωράριο. Μπορώ να ξυπνήσω στις 4 το πρωί, μπορεί να κοιμηθώ στις 3 τη νύχτα.
-Ποια χόρτα σου αρέσουν;
Τα πιο πικρά. Όσο πιο πικρά, τόσο πιο καλά. Το κανονικό σταμναγκάθι, όχι αυτό που πουλάνε τώρα, είναι τέλειο, είναι φάρμακο. Σήμερα, όλα τα πράγματα που τρώμε είναι είτε αλμυρά είτε γλυκά. Υπάρχουν όμως άλλες τρεις γεύσεις: το ξινό, το πικρό και το στυφό. Το πικρό είναι εξορισμένο τελείως, ξέρεις γιατί; Έχουμε ξεσυνηθίσει και μας φαίνεται πολύ πικρό. Συχνά ακούς να λένε «πού είναι οι γλυκιές ντομάτες που τρώγαμε παλιά;» Τότε όμως έτρωγαν ζάχαρη τρεις φορές το χρόνο. Οπότε, η ντομάτα τούς φαινόταν γλυκιά, γιατί τα χειμωνιάτικα λαχανικά, το μπρόκολο, το μαρούλι, δεν έχουν ζάχαρα και το καλοκαίρι τρελαίνονταν. Τώρα λοιπόν, που τρως γλυκά κάθε μέρα, πώς να σου φανεί γλυκιά η ντομάτα;
-Πώς πάει το Ραδίκι λοιπόν;
Αφού δουλεύω 18 ώρες την ημέρα, πάει καλά. Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις κάτι, να δουλεύεις και να μην πάει καλά. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τον ίδιο εγκέφαλο. Το θέμα είναι πόσο δουλεύεις πάνω σε κάτι. Τρελαίνομαι να ακούω ανθρώπους στην ηλικία μου να λένε ότι είναι άνεργοι. Τι θα πει αυτό; Να πάνε να δουλέψουν, να καθαρίσουν σκάλες, δεν ξέρω τι θα κάνουν, να ζήσουν. Στο site μιλούσα με κάποιον από την Πάτρα και μου είπε ότι είναι άνεργος ενάμιση χρόνο και η γυναίκα του παίρνει 300 ευρώ και είναι δύσκολα. «Ωραία του λέω, πες μου πόσα στρέμματα θες, στα παραχωρώ με χαρτί, θα βγάλουμε μια άδεια στη λαϊκή να πουλάμε τα πράγματα ή θα στα αγοράζω εγώ. Σου δίνω και σπίτι στο χωριό με 150 ευρώ». Η κρίση είναι μια καλή ευκαιρία να δουλέψει ο εγκέφαλός σου περισσότερο, να σκεφτείς. Το βασικό πρόβλημα των ανθρώπων είναι ότι έχουν επενδύσει σε αξίες ασήμαντες. Η οικονομία, τα λεφτά, ο τρόπος ζωής, είναι γελοία. Δεν έχουν επενδύσει στο πιο σημαντικό πράγμα, που είναι η αγάπη. Η σημαντικότερη επένδυση που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι στα συναισθήματα, όχι στα λεφτά. Οι πιο ευτυχισμένες στιγμές που έχεις ζήσει δεν έχουν να κάνουν με λεφτά, αλλά με συναισθήματα.
-Νομίζω ότι στο συναίσθημα δεν επενδύεις, αφήνεσαι…
Το είπες πιο ωραία! Να ζήσεις τα συναισθήματά σου λοιπόν. Είναι πιο πλούσιος αυτός που δίνει παρά αυτός που παίρνει. Γι’ αυτό μου αρέσει το φαγητό. Γιατί δίνει χαρά στους ανθρώπους.
Και κάτι άλλο. Πόσοι άνθρωποι πια βγαίνουν έξω και χορεύουν; Οι άνθρωποι δεν χορεύουν. Είναι τραγικό! Έχουμε αφθονία υλικών αγαθών και δεν χαμογελάμε.
-Φοβάσαι κάτι;
Δεν έχω ιδιαίτερους φόβους. Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί είναι ο θάνατος, αλλά όλοι μας θα πεθάνουμε κάποια στιγμή.
-Μια πολυτέλεια που επιτρέπεις στον εαυτό σου;
Το σέρφινγκ. Είναι ακριβός ο εξοπλισμός, αλλά η θάλασσα είναι δωρεάν!..."

Καλό ε... δείτε το web site του:
http://www.radiki.com/


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου